Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009
42 χρόνια απ' την δολοφονία του Τσε
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009
Διονύσης Λεϊμονής, ένας φιλόλογος, συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός από τον Βόλο
- 1ο βραβείο στον Γ΄ Διαγωνισμό Διηγήματος και Ποίησης του Φυσιολατρικού Συνδέσμου Πατρών κατά το έτος 2004 με το έργο «Ζωή απ’ τα χαλάσματα»
- Τιμητικό δίπλωμα από την Πανελλήνια ΄Ενωση Λογοτεχνών κατά τη διάρκεια των 21ων λογοτεχνικών αγώνων Δελφών το 2006 με το ποίημα «Οι ναυαγοί»
- Το ωδείο Φουντούλη απένειμε τιμητικό έπαινο για στίχους προς μελοποίηση στον 1ο Πανελλήνιο διαγωνισμό στιχουργικής
- 3ο βραβείο στον Δ΄Πανελλήνιο διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος που διοργάνωσε ο Φυσιολατρικός Σύνδεσμος Πατρών για το ποίημα «Ωδή στην Πόλη»
- ΄Επαινο από το Σύλλογο Λόγου-Τέχνης και Ελληνικού πολιτισμού της Βαυαρίας κατά τον 4ο διαγωνισμό με θέμα «Ελλάδα, χώρα του φωτός» για το ποίημα «Θριαμβική πορεία»
- 3ο βραβείο στον Διαγωνισμό Ποίησε, ΄Αρθρου, δοκιμίου που διοργάνωσε το περιοδικό ΚΕΛΑΙΝΩ και ο όμιλος Ζαλώνη για το 2006 με θέμα «ΑΙΓΑΙΟ» στην κατηγορία «Ποιήματα σχετικά με τη θάλασσα» με το ποίημα «Θαλασσόδαρτο πάθος»
- 3ο βραβείο στα Σικελιανά 2006 π[ου διοργάνωσε το «Καφενείο των Ιδεών» στην κατηγορία «διήγημα» με το έργο: «Ο φτερωτός διάβολος»
- Βράβευση του μυθιστορήματος «Η Κολυμβήθρα του Σιλωάμ» από το λογοτεχνικό περιοδικό «Κελαινώ» και τον εκδοτικό οργανισμό «Ξάστερον»(Μάρτης 2007)
- 2ο Βραβείο από τον Ελληνοαυστραλιανό σύλλογο για το ποίημά του «Αποκεχωρηκότες και μη» Νοέμβρης 2007
- ΄Επαινο από την Πανελλήνια ΄Eνωση Λογοτεχνών το Δεκέμβρη του 2007 για τη νουβέλα του «Στα αλώνια της αγάπης»
- 2ο Βραβείο από την Πανελλήνια ΄Ενωση
Λογοτεχνών το Δεκέμβρη του 2007 για το παραμύθι του: «Θάμα κι αντίθαμα» - Α΄ Βραβείο για το μυθιστόρημα «Το
μυστικό της Δαγκάνας» τον Μάρτη του 2008 από τον Κυπριακό Σύνδεσμο παιδικού και νεανικού βιβλίου - Το Α’ βραβείο στην ποίηση για το ποίημά του «Ανθρώπινος Τύμβος», τον Μάιο του 2008 από τον ΕΣΠΑΙΡΟ (ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ ΡΟΛΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ)
- Β΄ Έπαινο από τους Βιβλιόφιλους ΄Εδεσσας για το διήγημά του «www.kalesate-plhrosate-
teloiasate. Com, το Φλεβάρη του 2009. - ΄ΕΠΑΙΝΟς από το Φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός» τον Ιούνη του 2009 για το παιδικό του μυθιστόρημα «Στο περιγιάλι του Αρίωνα»
Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009
5 χρόνια απ' τον θάνατο της Διδώς Σωτηρίου
Τα Ελληνικά Γράμματα, η Εθνική Αντίσταση, η δημοσιογραφία, ο μικρασιατικός ελληνισμός έχασαν πριν από 5 χρόνια, τη Διδώ Σωτηρίου.Η Διδώ Σωτηρίου γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στο Αϊδίνι της Μ. Ασίας. Αργότερα, με την οικογένειά της εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έζησε για λίγο στον Πειραιά και κατόπιν στην Αθήνα. Μεταξύ των καθηγητών της στη Μέση Εκπαίδευση συγκαταλέγονταν ο μεγάλος πεζογράφος και σοσιαλιστής, Κώστας Παρορίτης και η μεταφράστρια και ποιήτρια, Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη, καθηγητές που επέδρασαν στο να μυηθεί στις προοδευτικές και κομμουνιστικές ιδέες. Στα 18 της η εύπορη οικογένειά της της δίνει τη δυνατότητα να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και μετά στη Σορβόνη.
Από νεαρή ηλικία ανέπτυξε πολιτικο-κοινωνική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ (στο οποίο έμεινε μέχρι περίπου τα τέλη του εμφυλίου) και γυναικείων οργανώσεων. Ως εκπρόσωπος γυναικείων οργανώσεων συμμετείχε σε συνέδρια όπως το Α΄ Παγκόσμιο Συνέδριο Γυναικείων Οργανώσεων για την Ειρήνη, καθώς και στο Παγκόσμιο Συνέδριο Λογοτεχνών, αφού, παράλληλα με τη δημοσιογραφική της δουλιά την οποία ξεκίνησε το 1933 (μεταξύ άλλων στα περιοδικά «Νέος κόσμος της γυναίκας», «Γυναικεία Δράση», «Κομμουνιστική δράση», αρχισυντάκτρια αργότερα στο περιοδικό «Γυναίκα»), ασχολούνταν και με τη λογοτεχνία. Ως δημοσιογράφος μαθήτευσε δίπλα στον Νίκο Καρβούνη, στον Κώστα Βάρναλη και άλλες μορφές των Γραμμάτων μας. Να σημειωθεί ότι το πρωί της 12ης Οκτωβρίου 1944, δηλαδή τη μέρα της απελευθέρωσης, η Διδώ Σωτηρίου έκλεινε πάνω στο μάρμαρο την πρώτη σελίδα του παράνομου ακόμα «Ριζοσπάστη», στην ελεύθερη γειτονιά της Ν. Ελβετίας στο Βύρωνα. Μαθαίνοντας την αποχώρηση των κατακτητών γράφει ως κεντρικό τίτλο του πρωτοσέλιδου της εφημερίδας το σολωμικό στίχο «ΧΑΙΡΕ, Ω ΧΑΙΡΕ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».
Στη διάρκεια της κατοχής, μαζί με άλλες σπουδαίες αγωνίστριες - όπως την Μέλπω Αξιώτη, την Λιούντα Μάντακα, την Μ. Μάστρακα - δημοσιογραφούσε στα παράνομα ΕΑΜικά έντυπα και μετά την απελευθέρωση, για ένα διάστημα στα χρόνια 1946-1947 ανέλαβε την αρχισυνταξία του «Ριζοσπάστη», ενώ δημοσιογραφούσε και στο «Ρίζο της Δευτέρας». Αργότερα, όταν εκδόθηκε η εφημερίδα «Αυγή» συνεργάστηκε με άρθρα και χρονογραφήματα. Επίσης δημοσίευσε ποικίλα θέματα στο περιοδικό «Επιθεώρηση της Τέχνης».
Εκανε την εμφάνισή της στη λογοτεχνία από το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι». Η πρώτη επίσημη λογοτεχνική της εμφάνιση έγινε το 1959 με το μυθιστόρημα «Οι νεκροί περιμένουν», το οποίο είχε έντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Το επόμενο μυθιστόρημά της έχει τίτλο «Ματωμένα χώματα» (1962) και είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα νεοελληνικά βιβλία, με 41 εκδόσεις έως το 1987, με θέμα τη Μικρασιατική καταστροφή και τα προβλήματα των ξεριζωμένων στην Ελλάδα μέχρι τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλα έργα της είναι το μυθιστόρημα «Εντολή» (1976) που αναφέρεται στη δίκη και εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, συντρόφου της αδερφής της, Ελλης Παππά και «Κατεδαφιζόμεθα» (1982). Εγραψε επίσης τα παιδικά αφηγήματα «Μέσα στις φλόγες» (1972) και «Επισκέπτες» (1979). Στο ενεργητικό της είχε μια μονογραφία για τη φίλη και συναγωνίστριά της Ηλέκτρα Αποστόλου με τίτλο «Ηλέκτρα» (1961) και τη μελέτη «Μικρασιατική καταστροφή και στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο». Να σημειωθεί ότι τα μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, μεταξύ αυτών και στα τουρκικά.
Η Διδώ Σωτηρίου διακρινόταν για την αγάπη στη ζωή και την αισιοδοξία της, το χαμόγελό της, το πείσμα της κόντρα στα μακρόχρονα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Ηταν μεταξύ των ιδρυτικών μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, η οποία αθλοθέτησε και το Βραβείο Πολιτισμού «Διδώ Σωτηρίου».
Από τον Ριζοσπάστη
36 χρόνια, απ' το θάνατο του Πάμπλο Νερούντα
"Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι' αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ' αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές "Ποιητικές Πραμάτειες" που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης." Ο Πάμπλο Νερούδα, φιλολογικό ψευδώνυμο του Νεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες Μπασοάλτο (12 Ιουλίου 1904-23 Σεπτεμβρίου 1973) ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής.
Θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική.
Του απονεμήθηκε το 1971 το Νόμπελ Λογοτεχνίας, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας.
Εξέδωσε ποιητικές συλλογές ποικίλου ύφους, όπως ερωτικά ποιήματα, έργα που διέπονται από τις αρχές του σουρεαλισμού, ακόμα και κάποια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικό μανιφέστο.
Γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου του 1904, στην πόλη Παράλ της Χιλής.
Η μητέρα του πέθανε από φυματίωση ένα μήνα μετά τη γέννησή του κι έτσι ο πατέρας του, Χοσέ, σιδηροδρομικός υπάλληλος, μετακόμισε στην πόλη Τεμούκο, όπου ξαναπαντρεύτηκε.
Ξεκίνησε να γράφει ποίηση σε ηλικία 10 ετών, αλλά ο πατέρας του τον αποθάρρυνε κι έτσι άρχισε να υπογράφει τα έργα του το 1946 με το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούντα, υιοθετώντας το επώνυμο του γνωστού Τσέχου συγγραφέα και ποιητή Γιαν Νερούντα.
Το μικρό του όνομα εικάζεται ότι το πήρε από το Γάλλο ποιητή Πωλ Βερλαίν.
Το 1921 μετακόμισε στην πρωτεύουσα, Σαντιάγο, για να σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία.
Κατά το διάστημα των σπουδών του, εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές: Crepusculario (1923) και Veinte poemas de amor y una cancion desesperada (Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα απελπισμένο άσμα, 1924), συλλογή για την οποία έγινε περισσότερο γνωστός. Διαπιστώνοντας ότι τα έσοδά του από τα εκδιδόμενα έργα του δεν του αρκούσαν, αποφάσισε να μπει στο Διπλωματικό Σώμα, κάνοντας έτσι πολυάριθμα ταξίδια ανά τον κόσμο από το 1927 ως το 1935, ως πρόξενος στη Βιρμανία, στην Κεϋλάνη, στην Ιάβα, στη Σιγκαπούρη, στο Μπουένος Άιρες, στη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη.
Στην Ιάβα γνώρισε και παντρεύτηκε την Ολλανδέζα Μαρύκα Αντονιέτα Χάγκενααρ Βόγκελζανγκ, με την οποία χώρισε μετά από έξι χρόνια, κατά τη θητεία του στην Ισπανία. Εκεί, ερωτική του σύντροφος και μετέπειτα δεύτερη σύζυγός του υπήρξε επί δεκαέξι χρόνια η Αργεντίνα Δέλια ντελ Καρρίλ, είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του.
Η εμπειρία του από τις άθλιες συνθήκες επιβίωσης των ανθρώπων στην Ασία, τα καταπιεστικά καθεστώτα και η φιλία του με το Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα τον οδήγησαν ακόμη πιο κοντά στον κομμουνισμό.
Τα έργα του άρχισαν να γίνονται πιο πολιτικοποιημένα, με αποκορύφωμα το Κάντο Χενεράλ, το οποίο έχει μελοποιηθεί από το συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη.
Όταν ο Πρόεδρος Γκονζάλες Βιντέλα απαγόρευσε τον κομουνισμό στη Χιλή, βγήκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του.
Για τέσσερις μήνες κρυβόταν στο υπόγειο κατοικίας στην πόλη Βαλπαραΐσο, αλλά κατάφερε να διαφύγει στην Αργεντινή και από εκεί στην Ευρώπη, όπου έζησε εξόριστος από το 1948 ως το 1952.
Ανάμεσα στα μέρη που έζησε ήταν και το νησί Κάπρι της νότιας Ιταλίας, γεγονός από το οποίο είναι εμπνευσμένη η ταινία «Ο ταχυδρόμος».
Κατά την εξορία του, γνώρισε και ανέπτυξε ερωτική σχέση με τη Χιλιανή τραγουδίστρια Ματίλντε Ουρούτια, η οποία αποτέλεσε τη "μούσα" του για τα έργα του.
Μετά το τέλος της δικτατορίας επέστρεψε στη Χιλή, αφού είχε γίνει πλέον διάσημος παγκοσμίως από τα ποιήματά του.
Μετά το δεύτερο διαζύγιό του, παντρεύτηκε τελικά με την Ουρούτια το 1966.
Το 1971, του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το οποίο παρέλαβε όντας άρρωστος από καρκίνο.
Βοήθησε το Σαλβαντόρ Αλιέντε στην προεκλογική του εκστρατεία, αλλά πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγο μετά τη δολοφονία του Αλιέντε από τους πραξικοπηματίες του Πινοσέτ.
Ο Πινοσέτ απαγόρευσε να γίνει δημόσιο γεγονός η κηδεία του Νερούντα, ωστόσο το πλήθος αψήφησε τη φρουρά και κατέκλυσε τους δρόμους, μετατρέποντας την κηδεία στην πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία της Χιλής.
Το στρατιωτικό καθεστώς μέχρι το 1990 είχε απαγορεύσει τα έργα του ποιητή.
Από το ποιητικό του έργο ξεχωρίζουν:
* «Crepusculario»
* «Veinte poemas de amor y una canciσn desesperada»
* «Residencia en la tierra»
* «Tercera residencia»
* «Canto general»
* «Los versos del capitαn»
* «Odas elementales»
* «Extravagario»
* «Memorial de Isla Negra» και
* «Confieso que he vivido»
Από την wikipedia
Μερικές ρήσεις του μεγάλου ποιητή, απ' τον Mogadishou
«Aποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις και θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής»
«Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον ερωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για την τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή...»
Το χρηματιστήριο δεν είναι το χριστουγεννιάτικο λαχείο που άπαξ και κερδίσεις μια φορά τον πρώτο λαχνό, έγινες πολυεκατομμυριούχος. Το χρηματιστήριο μοιάζει με κοτέτσι, όπου το αυγό που μας περισσεύει το αφήνουμε στη φωλιά, όταν έρθει η ώρα να γεννηθεί κι’ άλλο.
Πιο πολύ όμως στο χρηματιστήριο πάει κάποιος για χαρτζιλίκι. Ητοι, να κερδίζει από καιρού εις καιρόν όταν οι συνθήκες είναι ώριμες. Στο χρηματιστήριο χρειάζονται αρχές και πίστη στις αρχές. Ακόμη και όταν πρόσκαιρα η αγορά μας διαψεύδει.
Στο χρηματιστήριο αργοπεθαίνει όποιος κοκορεύεται για επιτυχίες που χρωστά σε άλλους και όποιος γκρινιάζει για διαφυγόντα κέρδη που δεν δικαιούνταν.
Το χρηματιστήριο δικαιώνει όποιον χρησιμοποιεί τα χρήματα σαν μέσο και καταδικάζει όποιον τους δίνει μεγαλύτερη αξία από αυτή που έχουν και γίνεται δούλος τους.
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009
Μουσικές διαδρομές...Μανώλης Χιώτης
Το ιστολόγιο Απουσία ψάλτου...βηξ, παρουσιάζει ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στον Μανώλη Χιώτη.Παραθέτω ένα μέρος του αφιερώματος και σας συνιστώ ανεπιφύλακτα, να επισκεφθείτε το ενδιαφέρον αυτό ιστολόγιο, για να διαβάσετε ολόκληρο το αφιέρωμα στον αξέχαστο βιρτουόζο της λαϊκής μας μουσικής, αλλά και πολλές άλλες ενδιαφέρουσες αναρτήσεις του Mogadishu.
Ο Χιώτης την δεκαετία του '40 έπαιζε κιθάρα. Κατα τον μεσοπόλεμο, έφυγε για Αμερική όπου και έπαιζε ως κιθαριστας, ενώ ήρθε σε επαφή με την αφρο-κουβανέζικη-λατιν μουσικη, το μπλουζ και τη τζαζ.
Γυρνωντας, επινόησε το 4-χορδο μπουζούκι, ωστε να πιάνει ακόρντα κιθάρας και οχι τριχόρδου...Η τεχνική του ήταν κιθαριστική, εξού και τα απίστευτα σόλο που είχε βγάλει. Το πόσο τον επιρρέασε η λατιν μουσικη είναι εμφανες σε κλιμακες και ρυθμους: ολα του σχεδον τα τραγουδια είναι ρουμπες, σαμπες...αλλα και το γεγονος οτι ηταν ο πρωτος που εφτιαξε ορχηστρες "λαϊκες" με λατιν οργανα (πνευστα,κρουστα κτλ κτλ)...Περίφημο παράδειγμα το "Περασμένες μου Αγάπες", ρούμπα απ' τις λίγες, με ίσως το καλύτερο σόλο που έχει παιχτει ποτε σε εγχορδο! Και μιλάμε για τρελες ταχυτητες. Ο Χιώτης ηταν όλα τα λεφτα! Ειναι η εποχη που τον ακουσε ο Jimi Hendrix κι εντυπωσιαστηκε...
Το τραγούδι του Μανώλη Χιώτη «Την έδιωξα κι όμως την αγαπώ» βρέθηκε στο αρχείο του Jimi Hendrix την εποχή που ο Χιώτης έκανε περιοδεία στην Αμερική… και λες πώς είναι δυνατόν;! Κι όμως ο Χέντριξ με το Χιώτη είχαν βρεθεί στο Σικάγο όταν έπαιζαν σε διπλανά μαγαζιά κι έτσι γνωρίστηκαν, ενώ τον θεωρούσε τον μεγαλύτερο δεξιοτέχνη στο είδος του! Και ανατριχιάζεις, πώς σήμερα… που υποτίθεται ότι τα «ξέρουμε όλα», χωρίς να καταλαβαίνουμε, «σνομπάρουμε» τη γνησιότητά μας και τη μοναδικότητά μας!
«Ο Χιώτης είναι ο καλύτερος κιθαρίστας στον κόσμο», ομολόγησε ο Τζιμι Χεντριξ, μετά από ένα ρεσιτάλ στο Σικάγο.
Η εξαιρετική εκπομπή του Χρήστου Βασιλόπουλου «Η Μηχανή του Χρόνου» εριξε φως στην πολυτάραχη ζωή του Μανώλη Χιώτη, του αριστοκράτη-ρεμπέτη που ξεκίνησε από τις προσφυγο-γειτονιές του Ναυπλίου, μπήκε στα σαλόνια των Αθηνών και κατέκτησε τις καλύτερες πίστες της Αμερικής.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 21 Μαρτίου του 1921, κατ΄άλλους το 1920, όπου είχε πάει η οικογένειά του από το Ναύπλιο, καταγώμενος απο την Χίο, γιος του βαρύμαγκα και καβγατζή Πειραιώτη Διαμαντή Χιώτη και μιας δυναμικής γυναίκας που διατηρούσε στο Ναύπλιο το πιο αριστοκρατικό μπαρ, έχοντας πελάτες της τους φραγκάτους της εποχής εκείνης και σερβιτόρες τις πιο όμορφες κοπέλες, στα χέρια των οποίων μεγάλωσε ο Μανώλης, με τα χάδια, τα φιλιά και τις τρυφερές φροντίδες τους, μέσα στη χλιδή και στα πλούτη της σπάταλης μητέρας του που δεν άφησε ποτέ να του λείψει τίποτα, πραγματικό αρχοντόπουλο, που διατήρησε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του την αριστοκρατική του εμφάνιση και τον χαρακτήρα του.
Από μικρός διδάχτηκε κιθάρα, βιολί, ούτι και μπουζούκι, ενώ άρχισε να εργάζεται σαν επαγγελματίας μουσικός το 1936 στην ηλικία των 15 χρόνων, μετακομίζοντας από το Ναύπλιο στην Αθήνα, πλάι στον Στράτο Παγιουμτζή, υπογράφοντας παράλληλα συμβόλαιο ως "διευθύνων πρίμο όργανο" στην Columbia και γνωρίζεται με τον Μπαγιαντέρα.
Αμέσως μετά την απελευθέρωση εισαγάγει για πρώτη φορά αυτός στις εμφανίσεις του τον ενισχυτή και διαμορφώνει στο οργανοποιείο του Ζοζέφ το 4χορδο μπουζούκι, (4 ζεύγη χορδών αντί τα γνωστά 3), ενώ στο πάλκο χρησιμοποιεί δυο μπουζούκια, ένα με μεταλλικές χορδές κι ένα με χορδές από έντερα ώστε η χροιά του να μοιάζει περισσότερο με ούτι, ενώ είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε και τα 4 δάχτυλα, (ενίοτε και τα 5), στο τόσο μοναδικό και ιδιαίτερο παίξιμό του.Η συνέχεια στο Απουσία ψάλτου...βηξ
Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009
Σωτηρία Μπέλλου: Η μούσα του ρεμπέτικου
Στις 27 Αυγούστου 1997 και σε ηλικία 76 χρονών, η Ελληνίδα τραγουδίστρια Σωτηρία Μπέλλου εξασθενημένη από τον καρκίνο του φάρυγγα που την ταλαιπωρούσε και έχοντας ήδη χάσει τη φωνή της, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο «Μεταξά» του Πειραιά. Μποέμισα, δυναμική, επαναστάτρια, η μούσα του Τσιτσάνη και άλλων συνθετών υπήρξε μία από τις κορυφαίες τραγουδίστριες του λαϊκού και ρεμπέτικου ελληνικού τραγουδιού.Το μεγαλύτερο από τα παιδιά της εύπορης οικογένειας του Κυριάκου και της Ελένης Μπέλλου, η Σωτηρία, γεννήθηκε στο χωριό Χάλια κοντά στη Χαλκίδα στις 22 Αυγούστου 1921. Η αγάπη της για το τραγούδι άρχισε να ξετυλίγεται σε μικρή ηλικία, όταν λόγω του αγαπημένου της παππού, Σωτήρη, άρχισε να ψέλνει στην Εκκλησία.
Τραγουδίστρια αποφάσισε να γίνει όταν είδε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο τη Σοφία Βέμπο στην ταινία «Η προσφυγοπούλα». Έκτοτε έγινε το είδωλό της και άρχισε να τη μιμείται. Ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις των γονέων της, που δεν ήθελαν η κόρη τους να γίνει τραγουδίστρια, εκείνη εγκατέλειψε το σπίτι της και κατέβηκε στην Αθήνα. Ήταν τότε μόλις 17 χρονών.
Κατά τη διαμονή της στην Αθήνα, η Σωτηρία μπήκε σε κάποιες περιπέτειες που της άλλαξαν ριζικά τη ζωή. Παντρεύτηκε το Βαγγέλη Τριμούρα αλλά ο γάμος τους έληξε καταστροφικά, καθώς ύστερα από συνεχή κακοποίηση και καβγάδες, η Σωτηρία του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο. Αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί στις φυλακές «Αβέρωφ» ώσπου η ποινή της μειώθηκε σε 6 μήνες. Στη συνέχεια, επέστρεψε στη Χαλκίδα, όπου δεχόμενη την ίδια κακομεταχείριση και από την οικογένειά της, αποφάσισε να διακόψει τους δεσμούς και να μετακομίσει μόνιμα στην Αθήνα.
Μετά την απελευθέρωση το 1944 και αφού γνώρισε από κοντά την αγριότητα της Κατοχής και του Εμφυλίου, όντας ενεργό μέλος του αντάρτικου και έχοντας φυλακιστεί και βασανιστεί πολλάκις, την ανακάλυψε σε μία ταβέρνα που τραγουδούσε ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης. Γοητευμένος από το ταλέντο της την σύστησε στον Βασίλη Τσιτσάνη.
Έτσι, το 1947 ήρθε η πρώτη ηχογράφηση με συνθέσεις του Τσιτσάνη, όπως «Τα Καβουράκια» και το «Κάνε λιγάκι υπομονή» και με αποκορύφωμα το «Συννεφιασμένη Κυριακή», ένα τραγούδι που η Σωτηρία με την ερμηνεία της κατάφερε να κάνει αθάνατο. Στο πλευρό του Βασίλη Τσιτσάνη, η εκκολαπτόμενη καριέρα της Μπέλλου εκτοξεύθηκε στα ύψη. Τραγουδώντας μαζί του γέμιζαν καθημερινά το στέκι του «Τζίμη του Χοντρού» και αργότερα –μέχρι το θάνατο του- το «Χάραμα». Καθιερωμένη, πλέον ως λαϊκή τραγουδίστρια συνεργάστηκε με κορυφαίους συνθέτες. Ανάμεσά τους ο Γιάννης Παπαΐωάνου («Κάνε κουράγιο καρδιά μου»), ο Γιώργος Μητσάκης «Ο Ναύτης», ο Απόστολος Καλδάρας και ο Μανώλης Χιώτης.
Η καριέρα της γνώρισε μία καμπή κατά τη δεκαετία του ΄60, όταν το ρεμπέτικο τραγούδι προσωρινά παραμερίστηκε από άλλα μουσικά είδη που έκαναν την εμφάνισή τους. Με τον ερχομό της Χούντας, όμως, η νεολαία αναζήτησε τις μουσικές της ρίζες με αποτέλεσμα η Μπέλλου να αγαπηθεί από την αρχή και να επιστρέψει στα λαϊκά κέντρα και τις μπουάτ της Πλάκας. Προχώρησε σε πρωτοποριακές συνεργασίες με πιο σύγχρονους συνθέτες, όπως ο Σαββόπουλος με τον οποίο τραγούδησαν το «Βαρύ Ζεϊμπέκικο», ο Ανδριανόπουλος, ο Μούτσης κ.α.
Ντυμένη πάντοτε αυστηρά, η Σωτηρία Μπέλλου ήταν πρώτη γυναίκα που «έπιασε» καρέκλα στο λαϊκό πάλκο, κάτι που μέχρι τότε ήταν κατοχυρωμένο μόνο για άνδρες. Παρέμεινε μέχρι το τέλος καθισμένη ανάμεσα στους μουσικούς με ένα τσιγάρο στο χέρι καθώς τραγουδούσε. Υπήρξε μία προσωπικότητα που σημάδεψε το λαϊκό τραγούδι όχι μόνο με τη φωνή της αλλά και με τη γνησιότητα και την ειλικρίνειά της. Δεν έκρυψε ποτέ της το πάθος της για το τζόγο, γεγονός που την άφησε άπορη τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Σεβαστή από Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες και από όλες τις ηλικίες με τη φωνή, την ερμηνεία και τα τραγούδια της επηρέασε τη ρεμπέτικη σκηνή για περισσότερο από μισό αιώνα.
Από TVXS
































